Home
News
Foreign Office
Local
Ελληνική
Metal
Punk/hc/emo
Live
Συνεντεύξεις
Cinefreak
Θέατρο/χορός
Books, magz
Τι παίζει, που
Special
Aρθρα
Mp3s/Video
Atrakt-ed
Links
 
Αναζήτηση

 

Η Σελέστε Ροντρίγκεζ μιλάει για την αδελφή της Αμάλια Ροντρίγκες

15/09/2004

Είναι η αδελφή της μεγάλης Αμάλια Ροντρίγκες. Και η ίδια αγάπησε τα φάντος αλλά ομολογεί ότι διδάχθηκε από την αδελφή της το πάθος και την ψυχή που θέλουν στην ερμηνεία. Βέβαια δεν έμαθε μόνο τα φάντος από την αδελφή της. Έζησαν μαζί μέχρι τον θάνατό της Αμάλια, σχεδόν 80 χρόνια.
Ήταν αγαπημένες και όταν κάτι στεναχωρούσε την μία τότε η άλλη ήταν εκεί και καταλάβαινε. Μια σχέση γεμάτη αγάπη, αφοσίωση και κυρίως μουσική. Γιατί η μουσική ήταν μέσα στην ζωή τους. Η Σελέστε Ροντρίγκες μας μίλησε για την Αμάλια, τα χρόνια που άρχιζε να βασιλεύει το φάντο στο λιμάνι της Λισσαβόνας αλλά και για το αφιέρωμα στην αδελφή της που θα παρουσιάσει μαζί με άλλα μεγάλα ονόματα όπως η Κριστίνα Μπράνκο, η Μαρία Αμέλια και η Τζοάνα Αμεντοέιρα, στις 15 και 16 Σεπτεμβρίου στον Λυκαβηττό.

-Τι θυμάστε από την Αμάλια?

Τα πάντα. Πριν τον θάνατό της δεν μπορούσα να φανταστώ την ζωή μου χωρίς την Αμάλια. Ζούσαμε μαζί πάρα πολλές ώρες την ημέρα. Ακόμα κι όταν έπρεπε να κάνει ταξίδια και να με αφήσει, μιλάγαμε ώρες στο τηλέφωνο. Ξέραμε τα πάντα η μία για την άλλη. Δεν είχαμε μυστικά. Θυμάμαι, όταν είχα κάτι, ήταν έτοιμη να ακυρώσει ακόμα και συναυλία για να γυρίσει και να κάτσει μαζί μου. Μερικές φορές της ζήταγα να μου τραγουδήσει για να αισθανθώ καλύτερα. Ήμασταν αδελφές αλλά και φίλες μαζί. Θυμάμαι ότι η μητέρα μας μας είχε μάθει να συζητάμε και να περνάμε καλά μαζί από μικρές. Και πάντα μας έλεγε ότι για να περνάνε οι λύπες και τα βάσανά μας είναι καλύτερα να τραγουδάμε. Είναι σαν να την ακούω. “Το τραγούδι είναι το καλύτερο φάρμακο για την ψυχή...

-Πως ήταν η οικογένειά σας?

Πολύ φτωχική οικογένεια. Ο πατέρας μας ήταν ναυτικός και η μητέρα μας πουλούσε φρούτα στο λιμάνι της Λισσαβόνας. Την βοηθάγαμε και οι δύο και την θυμάμαι πάντα να τραγουδάει. Το 1939, η Αμάλια ήταν 19 χρονώνκαι άρχισε να εμφανίζεται στις ταβέρνες του λιμανιού, εκεί όπου τα φάντο είχαν το βασίλειό τους και περίμεναν μια βασίλισσα. Εγώ πήγαινα μερικές βραδιές και έκανα δεύτερες. Ο κόσμος την άκουγε ενθουσιασμένος. Ήταν συνήθως πολύ φτωχοί άνθρωποι. Η φωνή της ήταν πραγματικά θεϊκή. Από τότε ξεκίνησε μια καριέρα και σιγά σιγά την ζήτησαν στα πιο μεγάλα εστιατόρια. Ήταν απίστευτος ο τρόπος με τον οποίο μάγευε όλο τον κόσμο. Αργότερα ήρθαν τα ταξίδια και φυσικά η καταξίωση. Η μεγάλη στιγμή της ήταν η μοναδική συναυλία της στο Olympia του Παρισιού στο οποίο τραγούδησε μέχρι και το Summertime. Εκεί όλοι την παρομοίασαν με φωνές όπως η Έντιθ Πιαφ ή η Μπίλι Χόλιντεϊ. Πολλές οι επιτυχίες, πολλά τα ταξίδια, ακόμα και στην μακρινή Ιαπωνία έφτασε. Όμως όλα αυτά δεν την άλλαξαν. Όσο μεγάλες ήταν οι επιτυχίες της, τόσο μεγαλύτερη ήταν και η ανάγκη της να γυρίσει στο σπίτι μας και να χωθεί στην αγκαλιά της μητέρας μας για να ακούσει από την φωνούλα της ένα φάντο που μίλαγε για την αναμονή της μάνας για την επιστροφή του παιδιού της. Και έκλεγε με αναφιλητά για πολύ ώρα. Αυτό ήταν το καλύτερο “μπράβο” που περίμενε, την αγάπη της οικογένειας της.

-Κατηγορήθηκε πάντως από πολλούς αριστερούς ότι συνέχισε να τραγουδάει κατά την περίοδο της χούντας στην Πορτογαλία και μάλιστα κάποιοι είπαν ότι υποστήριζε και τον δικτάτορα...

Ήταν γελοίοι. Επειδή συνέχισε να τραγουδάει στην χώρα της και δεν πήγε στο εξωτερικό την είπαν φασίστρια. Μα, τα φάντος δεν είναι επαναστατικά τραγούδια. Και η χούντα δεν τα απαγόρευσε. Αν τα είχε απαγορεύει τότε σίγουρα η Αμάλια δεν θα είχε κανένα λόγο να μείνει στην Πορτογαλία. Θεωρώ ότι ήταν άτοπες οι κατηγορίες, άλλωστε σε τόσο πολιτικοποιημένες εποχές σίγουρα κάποιοι έφταναν σε υπερβολές. Μην ξεχνάτε ότι η Αμάλια ήταν αυτή που ηχογράφησε και τραγούδησε τον ύμνο της Eπανάστασης των Γαριφάλων, το “Grandola Villa Morena”.

-Ήταν δύσκολο για σας να τραγουδάτε μαζί? Πόσο δύσκολο ήταν να κάνετε κι εσείς καριέρα στο τραγούδι?

Πολύ. Αλλά δεν ήθελα ποτέ να πιστεύουν ότι επειδή είχα μια μεγάλη τραγουδίστρια αδελφή, θα το εκμεταλλευόμουνα για να κάνω καριέρα. Γι’αυτό και δεν τραγουδάγαμε πολύ μαζί. Η Αμάλια ήθελε, εγώ όμως κράταγα χαμηλούς τόνους. Της έλεγα πάντα ότι θα είναι ο μύθος μου, το ίνδαλμά μου. Δεν θα μπορούσα ποτέ να εμφανίζομαι με την αγαπημένη μου τραγουδίστρια. Ήταν πάντα το ανώτερο όριο στο οποίο μπορεί να φτάσει η ψυχή της Πορτογαλίας. Θα έλεγα και η ψυχή ολόκληρου του κόσμου, αν μπορούσατε να με καταλάβετε. Όταν τραγούδαγε η Αμάλια, μπορούσε να συγκινήσει και τον πιο αδιάφορο ακροατή.

-Περιγράψτε μας λίγο την ερμηνεία της?

Δήλωνα πάντα η πιο ένθερμη θαυμάστριά της. Την παρατηρούσα να κλείνει τα μάτια και να ερμηνεύει με τέτοιο πάθος που έλεγες ότι αυτό το τραγούδι είχε γραφτεί πριν λίγες ώρες μόνο γι’αυτήν. Αυτό είναι και το μεγάλο μυστικό. Η Αμάλια τραγούδαγε αλλά τα τραγούδια της δεν γίνονταν τεράστιες επιτυχίες. Δεν τα έπαιρνε ο κόσμος γιατί όλοι ήξεραν το ρεφρέν τους. Αγόραζε δίσκους για να ακούσει την Αμάλια. Να ακούσειτην ερμηνεία της, την φωνή της. Ότι και να τραγουδούσε ο κόσμος την λάτρευε. Δεν είναι τυχαίο ότι τραγούδησε και κομμάτια από την Γαλλία ή την Ιταλία. Τα τραγούδησε σαν φάντο. Ήταν μαγικά...

-Τι θα σας μείνει αξέχαστο από την ζωή σας με την Αμάλια?

Σχεδόν όλη η ζωή μου είναι δίπλα στην Αμάλια. Μαζί περάσαμε πόνους και λύπες, χαρές και πολύ ευτυχία. Μαζί της χάρηκα την δόξα και την τιμή που της έδινε ο κόσμος. Αυτό που ίσως να μην ξεχάσω ποτέ, είναι πριν γίνει διάσημη, όταν είχε πάρει μέρος σε έναν διαγωνισμό τραγουδιού και όλες οι άλλες υποψήφιες αναγκάστηκαν να παραιτηθούν λέγοντας ότι δεν θα μπορέσουν ποτέ να φτάσουν την φωνή της. Τότε συνειδητοποίησα ότι ζούσα με μια μεγάλη ντίβα, από τότε είχα καταλάβει ότι η αδελφή μου θα ζούσε μια σπουδαία ζωή, γεμάτη καταξίωση, γεμάτη τραγούδι. Την είχα σφίξει στην αγκαλιά μου και της είχα υποσχεθεί ότι θα είμαι πάντα κοντά της. Ακόμα και αυτή η παράσταση με την οποία κάνουμε τον γύρο του κόσμου, είναι ένας τρόπος για να ξαναθυμίσω στον κόσμο ότι η Αμάλια ήταν μια μεγάλη τραγουδίστρια και όλες οι μεγάλες τραγουδίστριες ήξεραν απλά να σε κάνουν να σωπαίνεις και να ακούς...

  • Η Celeste Rodrigues συμμετέχει στο μεγάλο αφιέρωμα στην Αμάλια Ροντρίγκες που γίνεται στον Λυκαβηττό 15 και 16 Σεπτεμβρίου με την συμμετοχή της Cristina Branco, Maria Amelia Proenca και της Joana Amendoeira.

      Τηλέφωνο πληροφοριών 210-9213310.

      GALA FADO

      ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΗΝ AMALIA RODRIGUES!!!

      ΤΕΤΑΡΤΗ 15 ΚΑΙ ΠΕΜΠΤΗ 16

      ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ ΣΤΟΝ ΛΥΚΑΒΗΤΤΟ

      ΜΕΤΙΣ CRISTINA BRANCO, JOANA AMENDOEIRA, MARIA AMELIA PROENCA και SPECIAL GUEST:

      CELESTE RODRIGUES (Η αδελφήτηςΑμάλια)

      Ελάτε στον μαγικό κόσμο του Fado, το φημισμένο Πορτογαλικό τραγούδι (Fado σημαίνει μοίρα), είναι τραγούδι της ψυχής χωρίς μικρόφωνο με τη συνοδεία κιθάρων.

      “Το fado είναι όλα όσα λέω και όλα όσα δεν μπορώ να πω...”, έλεγε ο Aribal Nazare Carvalho. Θα το γνωρίσουμε μέσα από την μαγική φωνή της Κριστίνα Μπράνκο και αρκετών ακόμα μουσικών και τραγουδιστών που θα προσπαθήσουν να παρουσιάσουν αποσπάσματα από την καριέρα της Αμάλια Ροντρίγκες. Σκοπός του αφιερώματος που αποτελεί μια ολοκληρωμένη παράσταση κι έχει ταξιδέψει σε όλο τον κόσμο, είναι να παρουσιαστούν διάφορες φάσεις της ζωής και της καριέρας της μεγάλης ντίβας της Πορτογαλίας που συνέδεσε την ζωή της με το Fado. Συγκεκριμένα θα τραγουδήσουν η Κριστίνα Μπράνκο, η Τζοάνα Αμεντοέϊρα, η Μαρία ΑμέλιαΠροένκα αλλά και η αδελφή της Αμάλια Ροντρίγκες, η Σελέστ Ροντρίγκες σε μια ίσως από τις πιο συγκινητικές στιγμές της βραδιάς. Την Τετάρτη 15 και την Πέμπτη 16 Σεπτεμβρίου ο Λυκαβηττός γίνεται καράβι και μας ταξιδεύει στην χώρα των θαλασσοπόρων και των εξερευνητών. Στην Πορτογαλία και τα υγρά σοκάκια της Λισσαβόνας, στην Πορτογαλία της Αμάλια Ροντρίγκες...

      Για το Fado…

      Η κοινή γλώσσα της αφρικανικής διασποράς ήταν πάντα το blues. Το blues, όμως, που δεν νοείται ως καθαρό μουσικό ιδίωμα αλλά ως πάμπολλες εκδοχές μιας γλώσσας που εξέφρασε την ιστορία αυτής της διασποράς: Από τη ψυχή εκείνων που ως σκλάβοι υποχρεώθηκαν να οικοδομήσουν τον Νέο Κόσμο μέχρι όσους αναγκάστηκαν να ζήσουν στα ερείπια που άφησε πίσω του το τέλος της αποικιοκρατίας. Τα blues του Μισισιπή, το κουβανέζικο son, το αφροπερουβιάνικο lando, η τζαμαϊκανική reggae, το βραζιλιάνικο saudade, η morna του Πράσινου Ακρωτηρίου, το νιγηριανικό juju και το πορτογαλέζικο fado είναι μερικές από τις μουσικές εκφάνσεις που μοιάζουν μέσα στη διαφορετικότητά τους. Παρά το γεγονός ότι η Πορτογαλία εγκατέλειψε και τις τελευταίες αποικίες της στην Αφρική στα μέσα της δεκαετίας του ’70, η παρακμή της ως αποικιοκρατικής δύναμης μετράει από τα μέσα του 19ου αιώνα. Στα 1822 έχασε την Βραζιλία. Το fado έκανε την ανεπίσημη πρεμιέρα του ελάχιστα χρόνια αργότερα μέσα από το τραγούδι της Μαρία Σεβέρα, στην Αλφάμα, μια από τις πιο κακόφημες, φτωχές και υποβαθμισμένες γειτονιές της Λισσαβόνας. Το τραγούδι αυτό ακούστηκε στην αρχή σαν ένα “θυελλώδες ερωτικό τραγούδι” και πολεμήθηκε ως επικίνδυνο για τα χρηστά ήθη της εποχής. Το fado όμως δεν ήταν παρά το απόσταγμα της καλλιτεχνικής έκφρασης μιας υπό διαμόρφωση κοινωνίας που άρχιζε να πληρώνει τη μεγαλομανία της αποικιοκρατίας. Οι κουλτούρες των αποικιών έπαιρναν κατά ένα τρόπο την εκδίκησή τους. Αυτή η καινούργια μουσική που κρατούσε μέσα της κρυμμένα τα χρώματα της μουσικής των αποικιών έδενε τέλεια με την τεράστια λογοτεχνική παράδοση της μητρόπολης, μια παράδοση που πολλές από τις πρώην αφρικανικές αποικίες χρησιμοποίησαν ως όπλο στη διάρκεια των απελευθερωτικών τους αγώνων. Πώς άλλωστε θα μπορούσε να γίνει διαφορετικά, αφού οι πολιτισμοί αυτοί είχαν συμβιώσει για περισσότερο από πέντε αιώνες. Η επίσημη εμφάνιση του fado έγινε το 1910 τη χρονιά που πραγματοποιήθηκε η πρώτη ηχογράφηση στη Λισαβώνα. Είκοσι χρόνια αργότερα σε ηλικία είκοσι χρόνων η μεγάλη Αμάλια Ροντρίγκες θα αρχίσει την καριέρα της στα σοκάκια της Αλφάμα συνθέτοντας τη μέχρι τότε παράδοση αυτής της τόσο πολυσυζητημένης αστικής μουσικής έκφρασης. Οι ηχογραφήσεις της (κάτι που δεν πρόλαβε να αφήσει η Μαρία Σεβέρα) αλλά και οι συμμετοχές της σε δεκάδες ταινίες θα την κάνουν κεντρική φυσιογνωμία όχι μόνο του fado αλλά και της σύγχρονης πορτογαλικής μουσικής. Η βαθιά γνώση της παράδοσης, αλλά και οι νεωτεριστικές της απόψεις θα γίνουν η πηγή έμπνευσης για τις καινούργιες φωνές του fado. Η Misia, η Dulce Pontes αλλά και η Cristina Branco συνέχισαν το δρόμο που άνοιξε η Αμάλια Ροντρίγκες, και κατάφεραν να κρατήσουν το fado έξω από τα στενά σύνορα της Πορτογαλίας.

      CRISTINA BRANCO…

      Ερωτεύτηκε τα Πορτογαλέζικα φάντος όταν της έκαναν δώρο ένα δίσκο της Αμάλια Ροντρίγκεζ. Από τότε η Κριστίνα δεν εγκατέλειψε την ψυχή της πατρίδας της και απ’ όλους τους δρόμους της μουσικής που αγαπούσε ως νεαρή, επέστρεφε στα φάντος - τα παραδοσιακά τραγούδια του τόπου της.

      Στο πρόσωπο και τη φωνή της 32χρονης Branco το παραδοσιακό πορτογαλικό τραγούδι βρήκε όχι μόνο τη συνέχεια, αλλά κυρίως τη δημιουργική ανανέωση. Ο λιτός και ταυτόχρονα λαμπερός ακουστικός ήχος της, στηριγμένος στη σύγχρονη ποίηση και εκφρασμένος με απόλυτη θεατρικότητα, συνεισφέρει στη παγκόσμια διάδοση και καταξίωση αυτού του μελαγχολικού και τρυφερού μουσικού είδους.Την ονόμασαν "ιέρεια του σύγχρονου πορτογαλικού φάντο" και άξια επίγονο της Αμάλια Ροντρίγκεζ. Κύριο χαρακτηριστικό της νέας Ευρωπαίας ντίβας, είναι η ουσιαστική διαφοροποίηση της από τη θεματική των στίχων των παραδοσιακών fados. Η Branco δεν τραγουδάει μόνο για τη φτώχεια και τη δυστυχία. Τραγουδάει και για τη ψυχή και τον έρωτα, τη ζωή, τη χαρά, τη ζήλια, το πάθος, τον θάνατο. Στα χείλη της η μελαγχολία μεταλλάσσεται σε νοσταλγία.
      Τα καινούργια “φάδος” και οι πορτογαλέζικες μελωδίες στο “Sensus” της Κριστίνα Μπράνκο (έτσι όπως τα σχεδιάζει πάνω σε ποιήματα ο πιστός της συνθέτης Κουστόδιο Καστέλο) έχουν τη δύναμη της αποπλάνησης. Τείχη από “εγώ” και βουνά από ακλόνητα επιχειρήματα γίνονται μπίλιες με τις διαλυτικές ιδιότητες της φωνής της δεσποινίδας από τη Λισαβώνα, ενώ το περιεχόμενο του “Sensus”, ακόμη πιο τολμηρό, με τζαζ και βραζιλιάνικες προσεγγίσεις - καθώς και η κ. Νταϊάνα Κραλ εμπνέεται και συμμετέχει. Εδώ ακόμα και ο κύριος Σαίξπηρ μεταφράζεται στα Πορτογαλέζικα και δίνει το δικό του στίγμα στην πρόσφατη δισκογραφική της δουλειά. Στο προηγούμενο έργο ανέλυσε την παράδοση, εδώ περνάει και στο παρασκήνιό της.
      Η ίδια αποδέχεται τον αστικό χαρακτήρα του fado και γι’ αυτό πιστεύει στη συνεχή του εξέλιξη μέσω νέων κειμένων και στίχων και νέων ενορχηστρώσεων, χρήση οργάνων όπως το βιολί ή το ακορντεόν. Επηρεασμένη κυρίως από την μυθική Amalia Rodrigues, παραδέχεται το βάρος αυτής της ‘σκιάς’ και θαυμάζει παράλληλα κι άλλες μεγάλες φωνές, ιδίως γυναικείες, όπως την Μαρία Κάλλας, την Edith Piaff, τη Billy Holiday, τη Juliette Greco, τη Maria Bethania!
      Κι όσον αφορά τη μουσική παράδοση του κόσμου, αποδέχεται αυστηρά και επιλεκτικά τα "καλά πράγματα" που όπως υποστηρίζει μένουν έτσι κι αλλιώς. Όπως το ελληνικό ρεμπέτικο, το φλαμένκο, το fado, το τάνγκο. Και απεχθάνεται την αυθαίρετη, ανιστόρητη και κυρίως την αναίτια μουσικά μίξη πραγμάτων, που καταστρέφει το αυθεντικό, δημιουργώντας απλά μόδες και φτιαχτές επιμειξίες.

      Δεν είναι μόνον η φωνή της που σε καθηλώνει, φωνή που βγαίνει αβίαστα, με φυσικότητα, διαθέτοντας ταυτοχρόνως τη διαύγεια κρυστάλλου και τη θέρμη φωτιάς. Είναι και η γενικότερη στάση της επί σκηνής: η κίνηση ο... αγέρωχος τρόπος που κρατάει το κεφάλι της, η λεπτότητα και η ευγένεια που αναδύει το βλέμμα της.

      “Η λέξη fado”, εξηγεί, “προέρχεται από τη λατινική λέξη "fatum" που σημαίνει πεπρωμένο”. Στη χώρα της, το τραγούδι αυτό που έχει αστική προέλευση είναι συνδεδεμένο με τα δεινά της φτώχειας, του χωρισμού, του αβέβαιου αύριο. Όπως όμως λέει και η ίδια: “Ένας καλλιτέχνης πρέπει να εκφράζει την εποχή του, γιατί αλλιώς θα καταντήσει να ζει στη σκιά του παρελθόντος. Το fado ήταν πάντα η έκφραση συναισθημάτων και το "nuevo fado" ("το νέο fado") εκφράζει τα συναισθήματα της σημερινής εποχής”.Περισσότερα: www.cristinabranco.com

      MΕΡΙΚΕΣ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ ΚΑΙ ΘΕΜΑΤΑ...

      Είναι εκείνη τη μαγική στιγμή, στο φινάλε κάθε συναυλίας της, που αφήνει το μικρόφωνο και στέκεται στην άκρη, στο χείλος της σκηνής, για να εκφέρει καθαρά, συγκινητικά, τους τελευταίους στίχους του τραγουδιού της, που μπορεί κανείς να αισθανθεί (και ίσως να κατανοήσει) τι είναι εκείνο που “δένει” την Κριστίνα Μπράνκο με το κοινό. Και τη μελαγχολική σαγήνη των πορτογαλέζικων φάντο της με τους ακροατές της και την ίδια.

      Γιατί είναι σαν να κουβαλάει πάντα την ίδια, πρώτη, συγκίνηση, από τη στιγμή που ανακάλυπτε τον μουσικό κόσμο της μέσα από τα ανέκδοτα τραγούδια της πρωθιέρειας των φάντο Αμάλια Ροντρίγκες, σε μια κασέτα που της χάρισε στα 18α γενέθλιά της ο (κυνηγημένος από το τυραννικό καθεστώς Σαλαζάρ) παππούς της. Αυτόν τον μουσικό κόσμο τάχθηκε να υπηρετεί και να μοιράζεται με το κοινό η Κριστίνα Μπράνκο. Όπως και την ποίηση κάτι που τη χαρακτηρίζει στο ταμπλό των λειτουργών του φάντο σήμερα (όπως η Μίσια ή η Ντούλθε Ποντς). “Αγαπούσα από πάντα τη λογοτεχνία. Άρχισα να ψάχνω, να ψηλαφώ την ποίηση μαζί με τα φάντο. Ποίηση για τη ζωή, τον έρωτα, την αγάπη”, ακούγεται να εκφέρει καθαρά (στα αγγλικά) η νεανική φωνή της υποβλητική και τρυφερή όπως και στο τραγούδι λίγα 24ωρα προτού έρθει στην Αθήνα για ένα ρεσιτάλ της, στο πλαίσιο του 2ου Έθνικ Φεστιβάλ “Ωδές”. Όσο κι αν ακούγονται μελαγχολικά τα ποιητικά φάντο της Κριστίνα Μπράνκο, όσο κι αν η ατμόσφαιρα είναι σκοτεινή, μιλούν, λέει, για τη χαρά της ζωής και του έρωτα. Ακόμη και μέσα από τον πόνο ή τη θλίψη. “Το μήνυμα που θέλω να δίνω πάντα μέσα από το τραγούδι μου είναι "πρέπει να χαίρεσαι τη ζωή και τον έρωτα". Η ποίηση και η μουσική τους είναι πρώτα απ’ όλα αισθαντικές. Και λειτουργούν σαν σ’ ένα γάμο. Ευτυχισμένο γάμο. Θέλω πάντα να αφήνω στους ακροατές ένα αίσθημα γαλήνης, αρμονίας, ειλικρίνειας... Μέσα από τραγούδια που ξεχειλίζουν αγάπη για τη ζωή. Το ίδιο θέλω να νιώσουν και μέσα από την ίδια τη μουσική (σσ: που συνήθως γράφει ο σύζυγός της, Κουστόντιο Καστέλο, που τη συνοδεύει και στην κιθάρα). Ο Κουστόντιο καταλαβαίνει τα συναισθήματά μου και μπορεί να τα εκφράσει με τη μουσική”. Το ντεμπούτο της, με τα μελαγχολικά ποιητικά φάντο, δεν έγινε στην Πορτογαλία, αλλά σε ένα κλαμπ του Άμστερνταμ (κι έπειτα στη Γαλλία), απ’ όπου η είδηση της “γέννησης” μιας νέας ιέρειας έκανε σύντομα τον γύρο του κόσμου. Στην Ολλανδία, ηχογράφησε και το πρώτο άλμπουμ της, όπως και δύο ακόμη, ένα λάιβ και ένα με φάντο σε ποίηση του Ολλανδού ποιητή Γιαν Γιάκομπ Σλάουερχοφ. Τα επόμενα cd της χαιρετίστηκαν ως δείγματα μιας “σαγηνευτικής ερμηνευτικής δύναμης” από τους κριτικούς των πιο έγκυρων εντύπων της κλασικής μουσικής(!) και βραβεύτηκαν, την ώρα που η Κριστίνα Μπράνκο εμφανιζόταν στο Φεστιβάλ του Εδιμβούργου, στο Παρίσι, στο περίφημο Κονσερτγκεμπάου του Άμστερνταμ ή σε αίθουσες συναυλιών της Νέας Υόρκης και υπέγραφε συμβόλαιο με δισκογραφική για το νέο cd της “Corpo Iluminado” (“Πεφωτισμένο σώμα”) Αργότερα ήρθε και το Sensus, το πιο πρόσφατο. Τραγουδάτε πάντα στα πορτογαλικά.Πώς ξεπερνάτε το φράγμα της γλώσσας απέναντι στο κοινό; “Όταν τραγουδάς, το πνεύμα και η δύναμη του μηνύματος της μουσικής σου ξεπερνά κάθε φράγμα. Το κοινό καταλαβαίνει. Την ενέργεια, που έρχεται από τη σκηνή”. Πού τη βρίσκετε αυτή την ενέργεια; “Μέσα μου. Σε κάθε συναυλία νιώθω πως χάνω δύο χρόνια ζωής. Κι έπειτα έρχεται το κύμα της συγκίνησης του κοινού, η συμμετοχή του, και τα ξαναβρίσκω...”. Όποιον φαντίστα κι αν ρωτήσεις τι είναι το φάντο, θα ανατρέξει στην ετυμολογία των τόσο ιδιαίτερων πορτογαλέζικων τραγουδιών. “Φάντο από το fatum, που σημαίνει πεπρωμένο και πεπρωμένο σημαίνει ζωή”, λέει και η Κριστίνα Μπράνκο. “Φάντο είναι η ζωή”. Τι μας προσφέρει το φάντο σήμερα; “Ό,τι και η Μουσική, που πάντοτε βοηθούσε τον Άνθρωπο. Η Μουσική φέρνει ζωή. Δίνει ανάσα ζωής στις μελαγχολικές ώρες που βιώνουμε”.

      “Ξεκολλάω από σένα/ με οργή/ σώμα/ χέρια/ σκέψη/ και το ένα ύστερα από το άλλο/ σβήνω μυστικά/ τα κεριά που άναψε ο δικός σου άνεμος/ Ελεύθερη, βάζω το σώμα/ στη θέση του...”. Οι στίχοι του τραγουδιού “Post - Scriptum” (Υστερόγραφο) στο ομώνυμο άλμπουμ της Κριστίνα Μπράνκο μιλούν για τον χαμένο έρωτα, τη μοναξιά, την εγκατάλειψη, το τέλος της αγάπης. Για τη saudade, αυτή τη λέξη, την έννοια, που μόνον στο Πράσινο Ακρωτήρι (της Σεζάρια Εβόρα) ή στις φτωχογειτονιές της Βραζιλίας και στην Πορτογαλία καταλαβαίνουν και την τραγουδούν. Η 30χρονη Κριστίνα Μπράνκο δεν ξεκίνησε από τα φάντο (“μοίρα”), τα μελαγχολικά τραγούδια της πατρίδας της, που η μεγάλη Αμάλια Ροντρίγκες ανέδειξε σε Τέχνη της Έκφρασης και τα έστειλε, λαμπερά, στο διεθνές μουσικό στερέωμα. Ξεκίνησε από την ποπ, την τζαζ, το μπλουζ, την μπόσα νόβα. Ώσπου έπεσε στα χέρια της ένα CD της Αμάλια και της άνοιξε την καρδιά σ’ αυτή την ποίηση, που τραγουδισμένη γίνεται χείμαρρος συναισθημάτων. Και μέσα στα τελευταία (τέσσερα) χρόνια η Κριστίνα Μπράνκο κατάφερε να γίνει πρωθιέρεια μαζί με τη Μίσια του πορτογαλέζικου φάντο. Στο οποίο, μαζί με τονσυνθέτη, ενορχηστρωτή και κιθαρίστα Κουστόντιο Καστέλο εμφύσησε “νέα ζωή”. Εισάγοντας στοιχεία από τις πρώτες της αγάπες (που συμπίπτουν με εκείνες του Κουστόντιο...). Μπλε νότες, στοιχεία μπόσα νόβα και μπλουζ. Με τον στίχο πάντα ισχυρό πρωταρχικό μέσον έκφρασης της saudade και τις μελωδίες να αγγίζουν τα όρια της λάτιν και της ποπ. Η ποίηση στα νέα φάντο της γίνεται διεθνής ακόμη και του μεγάλου Ολλανδού ποιητή Γιόζεπ Σλάουερχοφ (οι δίσκοι της είναι στο Νο 8 στα τσαρτς της Ολλανδίας!). Γιατί τα φάντο δεν έκλεισαν τον κύκλο τους με το τέλος της Αμάλια Ροντρίγκες. Ζουν νέα ζωή με τη μοναδική φωνή, τη συγκινητική έκφραση της Κριστίνα Μπράνκο...

      JOANA AMENDOEIRA...

      Η Joana Amendoeira είναι μια από τις νεότερες (γεννήθηκε το 1982) εκπροσώπους του fado και ένα από τα πιο ελπιδοφόρα ονόματα σε αυτό τον χώρο. Το πρώτο της βήμα για μια λαμπρή καριέρα σε αυτόν τον απαιτητικό χώρο το έκανε σε ηλικία μόλις δώδεκα ετών, όταν έλαβε μέρος στον πιο γνωστό διαγωνισμό ερασιτεχνικού τραγουδιού της Πορτογαλίας (“GrandeNoite do Fado Amador”) όπου κέρδισε πολύ καλές κριτικές παρά το νεαρό της ηλικίας της. Ήταν όμως το 1995 που η Joana κέρδισε την πρώτη θέση λαμβάνοντας μέρος στον ίδιο διαγωνισμό. Μια καινούργια “fadista” είχε μόλις γεννηθεί. Η Amendoeira άρχισε να δουλεύει αμέσως τόσο στην πατρίδα της όσο και στο εξωτερικό –έχει δώσει πολλές συναυλίες σε διάφορες χώρες της Ευρώπης, αλλά και στη Λατινική Αμερική και στην Ιαπωνία. Το 1998 εμφανίστηκε στο φεστιβάλ “Portuguese days” στη Βουδαπέστη όπου σημείωσε τεράστια επιτυχία και έκτοτε δίνει το παρών κάθε χρόνο. Επιπλέον, εμφανίζεται τακτικά σε συναυλιακό χώρο στη Λισσαβόνα (στο “Clube de Fado”).

      Το πρώτο της album δεν άργησε να κάνει την εμφάνισή του στα ράφια των δισκοπωλείων: το “Olhos garotos” κυκλοφόρησε το 1998 και καθιέρωσε την Amendoeira στη συνείδηση του κοινού των fados ως το επόμενο μεγάλο όνομα. Το 2000 εμφανίζεται σε μεγάλο φεστιβάλ της Βραζιλίας όπου τραγουδάει για την πορτογαλική κοινότητα του Σάο Πάολο και αφήνει το κοινό κυριολεκτικά άφωνο. Λίγο αργότερα κυκλοφορεί το δεύτερο album της με τίτλο “Aquela rua”. Αμέσως μετά ξεκινάει μεγάλη περιοδεία στην Ολλανδία, την Ιταλία, τη Γερμανία, τη Γαλλία, την Ουγγαρία, αλλά και τη Βραζιλία και τις ΗΠΑ.
      Το τελευταίο της
      album “Fado Antologia” κυκλοφόρησε το 2003.

      MARIA AMELIA PROENCA

      Ξεκίνησε να τραγουδάει σε ηλικία οχτώ χρόνων στην χρυσή περίοδο του fado για την Πορτογαλία, την εποχή που μεγάλα ονόματα – μύθοι έδιναν την ψυχή τους στα club της Λισσαβόνας. Με καριέρα 50 περίπου χρόνων στο τραγούδι η Maria Amelia Proenca μεταφέρει αναμνήσεις και εμπειρίες από συνεργασίες με μεγάλα ονόματα του fado όπως η Amalia Rodriguez και ο Alfredo Marceneiro. Συνεχίζει να τραγουδάει σταθερά στο “σπίτι του φάντο”, το “Sr. Vinho” ακόμα και σήμερα, ως γνήσια εκπρόσωπος της παλιάς γενιάς του fado…

      ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΜΑΛΙΑ ΡΟΝΤΡΙΓΚΕΣ

      “Δεν τραγουδάω τα φάντο. Εκείνα τραγουδούν μέσα μου”, έλεγε η Αμάλια Ροντρίγκες. Και όμως. Τα μελαγχολικά λαϊκά τραγούδια της Πορτογαλίας που μιλούν για τη μοίρα (fado άλλωστε είναι η μοίρα, το πεπρωμένο στα πορτογαλέζικα), τον έρωτα και, κάποτε, για τα παιχνίδια της ζωής, έγιναν το μουσικό “χαλί” της εξηντάχρονης καριέρας της. Εκείνη αναδείχθηκε σε “πρέσβειρα των φάντο” και σε “βασίλισσα των φάντο” και, από την άλλη πλευρά, ανέδειξε τα τόσο ιδιαίτερα αυτά τραγούδια σε “πρεσβευτές” της μουσικής της Πορτογαλίας. Αμάλια Ροντρίγκες σήμαινε φάντο και φάντο σήμαινε Αμάλια Ροντρίγκες. Ανάλογές της δε, ήταν μόνον η Εντίθ Πιάφ για τη Γαλλία, η Μερσέντες Σόσα για την Αργεντινή, η Μπίλι Χόλιντεϊ για τις Ηνωμένες Πολιτείες και την τζαζ...

      Γεννημένη το πρωινό της 1ης Ιουλίου 1920 στη Λισαβώνα, η Αμάλια Ροντρίγκες τραγουδούσε, παιδάκι ακόμα, στις γειτονιές, λαϊκά τραγούδια (cantigas populares) και επιτυχίες από το σινεμά. Παρά τη βροντερή φωνή της, οι γείτονες δεν ενοχλούνταν και η μικρή Αμάλια γυρνούσε στο σπίτι πάντα με καραμέλες στα χέρια. Τα οικονομικά της οικογένειας δεν ήταν καθόλου καλά και έτσι αναγκάστηκε, μαζί με την αδελφή της Τσελέστε και τη μητέρα της, να πουλάει φρούτα στην αγορά Cais de Rocha, συνεχίζοντας όμως πάντα να τραγουδά.

      Καθώς η φήμη της εξαπλωνόταν, το 1936, της προτάθηκε να εκπροσωπήσει τη συνοικία Αλκαντάρα σε πανεθνικό διαγωνισμό φάντο. Στις πρόβες τραγούδησε τόσο καλά, που οι υπόλοιποι συμμετέχοντες δήλωσαν πως θα απόσχουν. Οι διοργανωτές αποφάσισαν λοιπόν να της απαγορεύσουν εφεξής να λαμβάνει μέρος στον διαγωνισμό!

      Το 1939 ο ιδιοκτήτης του περίφημου κέντρου της Λισαβώνας “Retiro da Severa” την κάλεσε στο σπίτι του και της πρότεινε να εμφανίζεται κάθε βράδυ στο μαγαζί του. Η φήμη της ξεπερνά, μέσα σε μικρό διάστημα, εκείνην ακόμη και καθιερωμένων fadistas (ερμηνευτών των φάντο), όπως η Μπέρτο Καρντόσο και ο Αλφρέντο Μαρκενέιρο και όλα τα διάσημα κέντρα πέφτουν στα πόδια της.

      Η φήμη της περνά ακόμη και τα σύνορα και φτάνει ως την Ισπανία του Φράνκο. Το 1943 την προσκαλούν στη Μαδρίτη κι εκείνη ξεδιπλώνει το ταλέντο της, όχι μόνον στα φάντο, αλλά και στο φλαμένκο και σε ισπανικά τραγούδια από τη θρυλική ταινία “Camen de la Triana” και σε μεξικάνικα, γαλλικά, έως και στο “Summertime” του Γκέρσουιν. Η φωνή και οι ερμηνείες της σπάνε πια το φράγμα της γλώσσας.

      Οι επόμενες, διεθνείς, περιοδείες της τη φέρνουν ως τη Βραζιλία, το 1945, όπου πρωτολανσάρει τη μεγάλη της επιτυχία “Ai Mouraria”. Στο μεταξύ εμφανίζεται στο θέατρο, ερμηνεύοντας ρόλους... φαντίστας. Γνωρίζεται εκεί και με τον συνθέτη των μεγάλων της επιτυχιών Φρεντερίκο Βαλέριο, αλλά και με σημαντικούς ποιητές της εποχής, που της γράφουν στίχους και το 1946 έρχεται το κινηματογραφικό ντεμπούτο της στην ταινία “Capas Negras”, ενώ ως το 1954 κάνει και την πρώτη της εμφάνιση σε ένα μικρό ρολάκι στη γαλλική ταινία “Οι εραστές του Τάγου” και κερδίζει, οριστικά, την καρδιά των Γάλλων, που ήδη την έχουν χειροκροτήσει στις ευρωπαϊκές περιοδείες της. Η μεγάλη συναυλία της, το 1956, στο περίφημο Ολυμπιά” του Παρισιού σφραγίζει και τη διεθνή εφεξής καριέρα της και ως “πρέσβειρας των φάντο”. Η μεγάλη Κυρία είναι πια η διεθνής Κυρία. Και έχει κατακτήσει την αγάπη και τον θαυμασμό όλων των λαών της υφηλίου. Είναι πια ίνδαλμα έως και στη μακρινή Ιαπωνία.

      Συμμετέχει στο βρετανικό ντοκιμαντέρ “Απρίλιος στην Πορτογαλία”, που κάνει σουξέ το τραγούδι “Coimbra”, με θέμα την αλέγκρα ζωή των φοιτητών στο ιστορικό πανεπιστήμιο της ομώνυμης πόλης, ενώ έχει ήδη τεράστια επιτυχία, διεθνώς, με το “Una casa portuguesa” και το παλιό “Lisboa Antigua”. Ηχογραφεί ασταμάτητα. Οι δίσκοι της είναι πλέον αμέτρητοι. Εκδόσεις σε όλες τις γλώσσες της υφηλίου. Εκατοντάδες. Χιλιάδες. Ακούστε την στη θρυλική “Carmencita”, στο μελαγχολικό “Solidao”, που ξανάγινε πρόσφατα επιτυχία, ως “Can cao do Mar” από τη διεθνή πλέον Ντούλσε Πόντες (και ακούστηκε στην ταινία “Φόβος ενστίκτου”, με τον Ρίτσαρντ Γκιρ). Ακόμη, στο σπάνιο, δραματικό, “Confesso” ή στο συγκινητικό “Que Deus me perdoe” και στο “Mio amor’, mio amor’” (στα ιταλικά). Σε ερμηνείες που διαπερνούν τα φυσικά όρια του βινυλίου ή και του CD...

      Όπως και η θρυλική φαντίστα του 19ου αιώνα Μαρία Σεβέρα Ονοφριάνα, η Αμάλια (όπως την αποκαλούν πια οι θαυμαστές της) ανοίγει νέους ορίζοντες, εισάγοντας στίχους μεγάλων ποιητών της πατρίδας της στα φάντο, αλλά και το πιο προκλητικό τους στίχους του εθνικού έπους της Πορτογαλίας “Os Lusiadas” του Λουίς Βαζ ντε Καμόες (πέθανε στις 10 Ιουνίου του 1580 και η μέρα του θανάτου του είναι εθνική εορτή για τη χώρα των φάντο). Και αυτό το τόλμησε το 1965, στη διάρκεια της σκληρής δικτατορίας του Σαλαζάρ.

      Μετά την Επανάσταση των Γαριφάλων, το 1974, η Αμάλια κατηγορήθηκε ως ευνοούμενη του πρώην φασιστικού καθεστώτος, αλλά και για τις (άλλοτε) μυστικές επαφές της με τον δικτάτορα της Ισπανίας Φράνκο. Οι δε φήμες πως ήταν αντιφρονούσα προς το νέο καθεστώς της Πορτογαλίας, προκάλεσαν την απομόνωσή της και στη συνέχεια τα πρώτα σημάδια της ασθένειας (κατάθλιψη), που τη βασάνιζε έως το τέλος της ζωής της.

      Δεν το έβαλε κάτω, όμως. Και, αντιδρώντας, ηχογράφησε τη δική της εκδοχή στο τραγούδι που ήταν το σύμβολο της Επανάστασης της 25ης Απριλίου, “Grandola Vila Morena”. Λίγο αργότερα ύστερα και από την τεράστια επιτυχία του τραγουδιού τής απονεμήθηκε ο τιμητικός Μεγαλόσταυρος του Τάγματος του Σαντιάγκο. Το 1989 γιόρτασε τα πενήντα χρόνια της καριέρας της με ένα θριαμβευτικό γκαλά, στη διάρκεια του οποίου βρέθηκαν μαζί της στη σκηνή διεθνείς προσωπικότητες, όπως ο Φεντερίκο Φελίνι, ο Μάριο Βάργκας Λιόσα και η Σοφία Λόρεν.

      Τα προβλήματα με την υγεία της, όμως, αυξάνονταν (δεν είχε ανακοινωθεί ποτέ επισήμως από τι ακριβώς έπασχε όπως επίσης δεν έδωσε και χθες τα αίτια του θανάτου της η υπεύθυνη των δημοσίων σχέσεων της “βασίλισσας των φάντο”, Βαλεντίν ντε Καρβάλιο).

      Δυσκολευόταν να περπατήσει και αναγκαζόταν να... μεταφέρεται στη σκηνή των συναυλιών από δύο συνοδούς της, που την εναπέθεταν και στη συνέχεια επέστρεφαν και τη μετέφεραν στα παρασκήνια. Αυτή τη διαδικασία αντιμετώπισε και το κοινό του Ηρωδείου, τον Σεπτέμβριο του 1991, που την αποθέωσε σε ένα συγκινητικό πρόγραμμα - αναδρομή στην καριέρα της.

      Η τελευταία της εμφάνιση σε συναυλία, ήταν στο γκαλά του τενόρου Πλάθιντο Ντομίνγκο, στη Λισαβώνα, στις 15 Ιουλίου 1998, όπου ήταν και η προσκεκλημένη επί τιμή. Στα είκοσί της χρόνια παντρεύτηκε έναν Πορτογάλο κιθαρίστα (από τον οποίο χώρισε πολύ γρήγορα) και το 1961 τον Βραζιλιάνο μηχανικό Σεζάρ Σεάμτρα (που πέθανε το 1997). “Τι είναι φάντο;”, έλεγε. “Είναι το μυστήριο της ζωής, το μυστήριο του έρωτα. Ακόμη και το μυστήριο του θανάτου”. Η Αμάλια Ροντρίγκες τα τραγούδησε όλα. Και τα γνώρισε πια όλα...

      FADO ΣΤΟΝ ΛΥΚΑΒΗΤΤΟ. ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΗΝ ΑΜΑΛΙΑ ΡΟΝΤΡΙΓΚΕΣ.

      ΤΕΤΑΡΤΗ 15 ΚΑΙ ΠΕΜΠΤΗ 16 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ ΣΤΙΣ 21.30

      ΤΗΛ. ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ 210-9213310

Atraktos.Net

Άρθρα
Πρώτα βήματα στη μελέτη σαξοφώνου: Ασκηθείτε με τενούτες.
Πώς να αυτοσχεδιάζετε στα πλήκτρα
Τα Ζαγοροχώρια, με ελάχιστους επισκέπτες και κατοίκους
Αγγλία, Ταξίδι δυο εβδομάδων
MyBlogBook #50
MyBlogBook #49
MyBlogBook #48
MyBlogBook #47
MyBlogBook #46
MyBlogBook #45